ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Διαχείριση γης και νερού στην αρχαία Ελληνική αποικία Φάρος

 

Ιστορική Εξέλιξη

Υπάρχουν ενδείξεις ύπαρξης μιας μικρής φυλετικής κοινότητας Ιλλυριών της Εποχής του Σιδήρου στο Stari Grad, στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, πάνω σε αρχαιολογικά κατάλοιπα, ακριβώς κάτω από την ελληνική διαστρωμάτωση. Οχυρωματικά κατάλοιπα και πέτρινοι τύμβοι γύρω από την πεδιάδα ανάγονται σε αυτή την περίοδο, ή, ενδεχομένως, σε λίγο παλαιότερη.

Η επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στην Αδριατική ξεκίνησε με τον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο τον Πρεσβύτερο. Η πρώτη αποικία ιδρύθηκε μέσω της στρατιωτικής κατάκτησης του νησιού Vis, σε βάρος των Ιλλυριών, το 394 π.Χ. 

Το επόμενο στάδιο της ελληνικής επέκτασης ήταν η κατάκτηση του νησιού Hvar από τους κατοίκους της Πάρου, νησιού του Αιγαίου, συμμάχων του Διονυσίου, δέκα χρόνια αργότερα. Δημιούργησαν την αποικία της Φάρου. Η περίμετρος της πόλης ήταν κυκλωμένη από οχυρωματικά τείχη, απομεινάρια των οποίων είναι ορατά δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, ενώ μπορεί να δει κανείς τα ερείπια μιας πύλης της πόλης με πύργους εκεί κοντά. Οι ανασκαφές έχουν προσφέρει τεκμήρια της κάτοψης της ελληνικής πόλης και έχουν αποκαλύψει ίχνη των σπιτιών.

Γεωργικός αποικισμός πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την ίδρυση της οχυρωμένης πόλης. Βασίστηκε σε υποδιαίρεση της γης σε κανονικά ορθογώνια αγροτεμάχια (Χώρες). Η πεδιάδα αποτελείται από 73 κύρια αγροτεμάχια, περίπου 16 στρεμμάτων, που με τη σειρά τους υποδιαιρούνται σε τετράγωνα τμήματα. Πέτρινη σήμανση ορίων κτίστηκε μεταξύ των διαφόρων αγροκτημάτων και τμημάτων.

Στο αμυντικό σύστημα της πεδιάδας επαναχρησιμοποιήθηκαν τα πρώην Ιλλυρικά φρούρια και προστέθηκαν νέα οχυρά. Έχουν εντοπιστεί ίχνη τεσσάρων από αυτά. Η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας των Συρακουσών στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. οδήγησε τη Φάρο στο να γίνει μια ανεξάρτητη ηγεμονία εξελληνισμένων Ιλλυριών. Η ευημερία της την έκανε πρωτεύουσα του Δημητρίου του Hvar, ο οποίος επέκτεινε την εξουσία του στην περιοχή σε περίπου το 220 π.Χ.

Ο Δημήτριος ήρθε σε σύγκρουση με τη Ρώμη και η πόλη καταστράφηκε μερικώς το 219 π.Χ. Η πόλη όμως ανοικοδομήθηκε αμέσως με τη βοήθεια της πρώην μητρόπολης, της Πάρου, όπως φαίνεται από δύο ελληνικές επιγραφές αυτής της περιόδου που ήρθαν στο φως.

Το νησί δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί στη ρωμαϊκή κατάκτηση για μεγάλο χρονικό διάστημα, και το λιμάνι έγινε, στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., μια σημαντική ναυτική βάση για τις ρωμαϊκές εκστρατείες εναντίον της Δαλματίας και των Ιλλυριών στην ηπειρωτική χώρα. Στην πόλη δόθηκε το όνομα Pharia, που απέκτησε την ιδιότητα της ισοπολίτιδας πόλης (ανεξάρτητης πόλης που περιερχόταν στην επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, συνέχιζε όμως να διατηρεί αυτονομία με δικούς της άρχοντες, νόμους, ακόμα και γλώσσα)κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυγούστου και Τιβέριου. Όλο το νησί αποικίστηκε από τους Ρωμαίους εκείνη την εποχή.

Αρχαιολογικά ίχνη έχουν δείξει ότι οι οικονομικές δραστηριότητες είχαν επίκεντρο τα αμπέλια, την αλιεία και το εμπόριο στο λιμάνι. Μερικοί ρωμαϊκοί τάφοι κατασκευάστηκαν στην πεδιάδα και επιπλέον δημιουργήθηκαν δεξαμενές.

Υπάρχει μικρή μαρτυρία σχετικά με την περίοδο της όψιμης αρχαιότητας. Η Pharia οχυρώθηκε και πάλι, με μικρότερη περίμετρο σε σχέση με την περίμετρο της εποχής των Ελλήνων. Τα πρώτα ίχνη του Χριστιανισμού τοποθετούνται στον 5ο – 6ο αι., με παρουσία τάφων, ενός βαπτιστηρίου και ψηφιδωτών.

Η μεσαιωνική ιστορία του νησιού Hvar και της Pharia είναι πολύπλοκη. Έγινε η έδρα χριστιανού επισκόπου (τον 12ο αι. μ.Χ.) και στη συνέχεια κατακτήθηκε από τους Ενετούς  (μέσα του 13ου αι.), οι οποίοι διατήρησαν σχεδόν μόνιμο πολιτικό έλεγχο στο νησί μέχρι το 1797.

Κατά τη διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου, ​η πεδιάδα ήταν κάτω από τον έλεγχο ταυτόχρονα ή εναλλακτικά της χριστιανικής εκκλησίας και της μεσαιωνικής αριστοκρατίας,  που αποκόμισαν σημαντικά κέρδη από αυτή την εξουσία. Μικρά παρεκκλήσια χτίστηκαν στην πεδιάδα. Οι πρώτες περιγραφές της πεδιάδας και του γεωργικού της συστήματος χρονολογούνται στον 14ο-15ο αι . Οι τοίχοι που είναι κτισμένοι με ξερολιθιά στα όρια των ελληνικών αγροτεμαχίων φέρουν ονόματα και προσδιορίζονται με σαφήνεια.

Η πόλη γνώρισε μια περίοδο ανανέωσης από τον 15ο αι. και μετά, ως εμπορικό κέντρο και λιμάνι, στην τροχιά ανάπτυξης της ενετικής οικονομικής δύναμης. Το όνομά της ήταν εκείνη την περίοδο Campo San Stephani.

Τον 19ο αι. αρδευτικά έργα έγιναν στην πεδιάδα, και ένα κτηματολογικό σύστημα καταρτίστηκε από την αυστριακή διοίκηση.

Στο τέλος του 19ου αι. η αμπελοκαλλιέργεια επηρεάστηκε σοβαρά από την ασθένεια της φυλλοξήρας. Αυτό οδήγησε στην εγκατάλειψη της γεωργικής γης και σε ένα αρχικό κύμα αγροτικής μετανάστευσης στις αρχές του 20ου αι. Τα χωριά αμπελοκαλλιέργειας του νότου εν μέρει εγκαταλείφθηκαν. Η δομή του κτηματολογίου της γης και τα μονοπάτια διατηρήθηκαν, αλλά υπέστησαν φθορές λόγω έλλειψης συντήρησης.

Μια νέα μορφή απειλής για τη διατήρηση των Χωρών αναπτύχθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν δημιουργήθηκαν κολχόζ και εισήχθηκε η μηχανοποίηση της καλλιέργειας. Αυτό συνέπεσε με ένα δεύτερο κύμα μετανάστευσης.

Η τρίτη περίοδος, στο τέλος του 20ου αι., σημαδεύτηκε από μια ενασχόληση με τα αμπέλια και τις ελιές ξανά, η οποία λόγω της χρήσης σύγχρονου, μηχανοποιημένου εξοπλισμού αποτελεί επίσης απειλή για τη διατήρηση της ιδιαιτερότητας της περιοχής.