ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Υπόγειες υδρομαστευτικές στοές του ύστερου μεσαίωνα στη Μάλτα (11ος-16ος αι. μ.Χ.)

Η άγονη φύση του αρχιπελάγους της Μάλτας καθιστούσε πάντα τη γεωργία δύσκολη. Στη μεσαιωνική Μάλτα κυριαρχούσε η ξερική (=μη αρδευόμενη) γεωργία, και η επιτυχία των καλλιεργειών εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ετήσια βροχόπτωση αλλά και την εφαρμοζόμενη τεχνική του οργώματος κατά τις ισοϋψείς καμπύλες.

Οι αγρότες δοκιμάζονταν από εκτεταμένες οικονομικές δυσκολίες όταν οι βροχές δεν επαρκούσαν, όπως συνέβη για τρία συναπτά έτη στα τέλη της δεκαετίας του 1460. Αλλά όπου η γεωλογία το επέτρεπε λάξευαν υπόγειες αποστραγγιστικές στοές που υδρομάστευαν τον επικρεμάμενο υδροφορέα. Αυτό αποδεικνύεται από την επιβίωση στα μαλτέζικα των λέξεων saqwi (σχετ. στις αρδευόμενες εκτάσεις) και bagħli (σχετ. με μη αρδευόμενα εδάφη),αλλά και Gnien (π.χ. Gnien Bazili) και Għajn (π.χ. Għajn Tejtes), τοπωνύμια που αποτελούν κοινές αναφορές σε περιοχές που περιέχουν μία ή περισσότερες πηγές νερού, εντός των οποίων γινόταν καλλιέργεια κηπευτικών και αμπελιού ευρέως. Η λέξη Gnien θα μπορούσε να αποδοθεί ως «κήπος που προορίζεται για την καλλιέργεια κηπευτικών».

Στις περιπτώσεις των αρδευόμενων καλλιεργειών (saqwi) το νερό συνήθως προέρχεται από τις υπόγειες στοές που ήταν λαξευμένες στο πέτρωμα Mtarfa, κάθετα στην πρόσθια όψη του βράχου που βρίσκεται στα ανώτερα κλιμακωτά τμήματα της κοιλάδας. Οι σήραγγες αναγνωρίζονται εύκολα από το ορθογώνιο άνοιγμα της εισόδου (ή εξόδου) στο βράχο με μέσο πλάτος 0,8 μ. και ύψος λίγο περισσότερο από 1,5 μ. Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις, όμως, όπου το άνοιγμα της σήραγγας εντοπίζεται μέσα σε μια σπηλιά, όπως στις περιπτώσεις των Għar ta ' Baldu και il- Qattara, δύο τεχνητών πηγών στην περιοχή Wied ir-Rum. Το βάθος των σηράγγων είναι άγνωστο, αλλά μερικές από τις σήραγγες που καταγράφονται μπορεί να είναι βάθους μεγαλύτερου από μισό χιλιόμετρο. Η χαρτογράφηση των σηράγγων του επικρεμάμενου υδροφορέα είναι ένα έργο σε εξέλιξη και περισσότερα στοιχεία θα είναι διαθέσιμα στα επόμενα χρόνια. Ένα κανάλι είναι σκαμμένο στο δάπεδο της σήραγγας προκειμένου να διευκολυνθεί η ροή του νερού που ανακτάται από τον υδροφόρο ορίζοντα.  

Οι σήραγγες εξασφαλίζουν στη γύρω περιοχή μόνιμη παροχή, αν και ο όγκος του νερού ποικίλλει από σήραγγα σε σήραγγα. Σίγουρα η παροχή επηρεάζεται από την ετήσια διακύμανση της βροχόπτωσης, αλλά ακόμα κι έτσι οι περισσότερες από αυτές αποφέρουν έναν τεράστιο όγκο νερού, ακόμη και κατά τη διάρκεια των ξηρών μηνών του καλοκαιριού. Γενικώς το σημείο εξόδου τους βρίσκεται στο επίπεδο της υψηλότερης αναβαθμίδας μιας κοιλάδας και από εκεί το νερό μεταφέρεται κατάντη μέσα από πέτρινα κανάλια. Στέρνες μερικές φορές εντοπίζονται ακριβώς δίπλα στην έξοδο μιας σήραγγας. Σε περιπτώσεις όπου οι σήραγγες βρίσκονται μέσα σε σπηλιά η στέρνα διαμορφώνεται εσωτερικά στη σπηλιά και είναι εν μέρει λαξευμένη στο βράχο, εν μέρει χτιστή.   Μερικές από τις στοές έχουν κάθετους άξονες αερισμού (φρεάτια) που διαπερνούν την οροφή των στοών κατά διαστήματα.

Μόνο στο Wied ir-Rum έχουν εντοπιστεί πάνω από δεκαοκτώ σήραγγες που προμηθεύουν με άφθονο νερό μια κοιλάδα με καλλιέργειες που διαφορετικά δεν θα επιβίωνε. Άλλες δεκαπέντε σήραγγες είναι λαξευμένες στο στρώμα Mtarfa στην περιοχή Dingli. Τέτοιες σήραγγες έχει εντοπιστεί στο Mtaħleb και αλλού. Παρόμοιες σήραγγες με εκείνες που βρίσκονται στο Wied ir - Rum καταγράφονται σε άλλες περιοχές της Μάλτας και του Gozo που διαθέτουν παρόμοιες γεωλογικές διαστρωματώσεις.

Αποστραγγιστικές στοές εντοπίζονται επίσης στους οχυρωμένους οικισμούς της ακρόπολης του Gozo και στη Mdina, τη μεσαιωνική πρωτεύουσα της Μάλτας. Σύμφωνα με μια εν εξελίξει έρευνα η ύδρευσή τους εξαρτιόταν κυρίως από μια σειρά σηράγγων σκαμμένων κάτω από τις επάλξεις. Μια σειρά κάθετων φρεατίων ανοιγμένων ανά διαστήματα επέτρεπε την άντληση του νερού απευθείας από το εσωτερικό των οχυρωμένων οικισμών. Ένα τέτοιο πηγάδι βρέθηκε στο Palazzo Falsone – ένα υστερο-μεσαιωνικό αρχοντικό στη Mdina, το οποία κατά πάσα πιθανότητα είχε πρόσβαση σε υπόγεια σήραγγα νερού. Με τον όρο « pozzo di aqua viva » ( = πηγάδι με τρεχούμενο νερό) ο Αμπέλα, γράφοντας το 1647, αναφέρεται επίσης κατά πάσα πιθανότητα σε μια σειρά από τέτοιες πηγές νερού. Σε περιοχές όπου ο επικρεμάμενος υδροφορέας δεν ήταν διαθέσιμος οι μόνοι πιθανοί τρόποι εξασφάλισης νερού ήταν μέσω της συλλογής του βρόχινου νερού που αποθηκευόταν σε υπόγειες δεξαμενές, ή με τυχαία πρόσβαση στον μέσο υδροφόρο ορίζοντα της στάθμης της θάλασσας.

Οι σήραγγες της Μάλτας έχουν πολύ παρόμοια, αν όχι ταυτόσημη, υδραυλική τεχνολογία με τα κανάτ (qanat), διαδεδομένα στον ισλαμικό κόσμο και, προγενέστερα, σε ορισμένα μέρη του ρωμαϊκού κόσμου. Η σύγκριση με την τεχνολογία των qanat και των cuniculi οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι σήραγγες της Μάλτας είναι πολύ παρόμοιες ως προς τη μέθοδο κατασκευής, την τοποθεσία και τη γεωλογία με τα περσικής καταγωγής qanats. Η σύγκριση αυτών των συστημάτων νερού είναι επί του παρόντος θέμα έρευνας σε εξέλιξη.