ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Τα υδραγωγεία και η σοφή διαχείριση νερού στην αρχαία Λάρνακα, Κύπρος

Όσο οι αρχαιότεροι οικισμοί της 2ης χιλιετίας π.Χ. άρχισαν να αναπτύσσονται, εξίσου μεγάλωνε και η ανάγκη για νερό. Ο πληθυσμός συνέχισε να αυξάνεται και η διαθεσιμότητα των υδάτων έγινε ένα ακανθώδες ζήτημα για τους κατοίκους, ειδικά κατά τη διάρκεια των μακρών ζεστών καλοκαιριών.

Η έλλειψη κάποιου μεγάλου ποταμού γύρω από τις λιμενικές εγκαταστάσεις οδήγησε ήδη τους πρώτους κατοίκους στην εκσκαφή πηγαδιών.  

Οι αυξανόμενες ανάγκες σε νερό

Στην αρχή η παροχή φρέσκου, δροσερού νερού από αυτά τα πηγάδια ήταν επαρκής και το νερό ήταν πάντα δροσερό.Το νερό αποθηκευόταν σε πήλινα κανάτια, φτιαγμένα σε τοπικά εργαστήρια. Τα κανάτια, που φυλάσσονταν στη σκιά ή εκτίθεντο στο καλοκαιρινό αεράκι, εξασφάλιζαν δροσερό κι ευχάριστο πόσιμο νερό.

Στους πρώιμους οικισμούς της περιοχής της Λάρνακας οι αρχαιολόγοι βρήκαν πολλά προστατευόμενα πέτρινα πηγάδια, που χρονολογούνται από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ., σχεδόν σε κάθε σπίτι και δημόσιο κτίριο.

Μερικά από αυτά τα ωραία δείγματα πηγαδιών θεωρούνται ότι είναι έργο της θρησκευτικής αρχής της πόλης, η οποία εκείνη την εποχή ήταν επίσης η πολιτική αρχή.

Γύρω από αυτά τα προϊστορικά πηγάδια οι αρχαιολόγοι βρήκαν ιερούς κήπους και αποδεικτικά στοιχεία εντατικής καλλιέργειας. Τα υπόγεια ύδατα της πόλης άρχισαν να αξιοποιούνται για την οργανωμένη γεωργία. Η υπεράντληση του νερού των πηγαδιών για τη γεωργία και η επακόλουθη ανάγκη να σκαφτούν βαθύτερα πηγάδια προκάλεσε ένα σοβαρό πρόβλημα στην ποιότητα του νερού, καθώς οι οικισμοί αυτοί ήταν πολύ κοντά στη θάλασσα .

Η πόλη επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο προς το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Συγκρούσεις με γειτονικούς λαούς υποχρέωσαν τις τοπικές αρχές να προστατεύσουν την πόλη με τείχη από πέτρα, άχυρο και λάσπη γύρω στον 13ο αι. π.Χ. Στο τέλος του 12ου αι. π.Χ. οι Μυκηναίοι Έλληνες ήλεγχαν την πόλη και έφτιαξαν «κυκλώπεια» τείχη, που ονομάζονται έτσι επειδή έγιναν από πολύ μεγάλες πέτρες, δίνοντας την εντύπωση ότι έχουν κατασκευαστεί από τους Κύκλωπες, τους  μυθικούς γίγαντες.

Κατά την Αρχαϊκή Εποχή (700-480 π.Χ.), ο πληθυσμός εντός των τειχών της πόλης αυξήθηκε σημαντικά, κυρίως λόγω της άφιξης μεγάλου αριθμού Φοινίκων από την κοντινή Σιδώνα και την Τύρο στην προστατευόμενη πόλη της Λάρνακας. Αυτή η νέα δημογραφική πραγματικότητα υποχρέωσε τον πληθυσμό να χρησιμοποιήσει μια νέα μέθοδο αποθήκευσης νερού σε υπόγειες σφραγισμένες δεξαμενές από άργιλο. Αυτές οι υπόγειες δεξαμενές θα τροφοδοτούνταν εν μέρει από το νερό της βροχής και εν μέρει από τα γύρω πηγάδια.

Η αποθήκευση νερού υπογείως είναι μια σοφή μέθοδος, καθώς το νερό είναι πάντα δροσερό και πιο ασφαλές για κατανάλωση, ειδικά σε ζεστά κλίματα όπως της Κύπρου. Οι υπόγειες δεξαμενές συνδυάζουν χαμηλές θερμοκρασίες και σκοτάδι, παράγοντες που μειώνουν την ανάπτυξη των βακτηρίων ή άλλων επικίνδυνων μικροοργανισμών στο νερό.

Το αρχαίο υδραγωγείο

Μια επιγραφή σε έναν τάφο της αρχαϊκής περιόδου (700-480 π.Χ.), που βρέθηκε στο αρχαϊκό νεκροταφείο του Κιτίου, αναφέρεται στον «Υπουργό» του βασιλιά που ήταν υπεύθυνος για την υδροδότηση του βασιλείου, έναν τίτλο που κατείχε η οικογένειά του, σύμφωνα με την επιγραφή, για έξι γενιές πριν απ 'αυτόν! Ως εκ τούτου, η οργανωμένη, αποτελεσματική και θεσμοθετημένη διαχείριση των λιγοστών υδάτινων πόρων της πόλης και των αυξημένων αναγκών σε νερό μπορεί να αναχθεί πριν από την Αρχαϊκή Περίοδο. 

Η εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων νερού ήταν για τους περισσότερους αρχαίους πολιτισμούς πολύ μεγαλύτερη προτεραιότητα από ό,τι θα περίμενε κανείς. Η σοβαρή έλλειψη νερού υποχρέωσε το βασίλειο και τον υπουργό του-της παροχής νερού-να εισαγάγει τη σοφία και την εμπειρία των άλλων κοντινών πολιτισμών, όπως τη μεταφορά νερού στην τειχισμένη πόλη από απομακρυσμένες πηγές.

Κατά την περσική κυριαρχία της Κύπρου (546-335 π.Χ.), εισήχθη από τις αρχές η τεχνολογία των περσικών qanats (υπόγειων υδραγωγείων). Στις αρχές του 1990 ανακαλύφθηκε από τους αρχαιολόγους το καταληκτικό τμήμα ενός εκτεταμένου περσικού qanat (της κλασικής περιόδου, 480-300 π.Χ.) στο αρχαίο λιμάνι της Λάρνακας. Αυτό το εξελιγμένο σύστημα παροχής νερού μετέφερε επαρκείς ποσότητες νερού από κατάλληλες πηγές έξω από τα τείχη της πόλης. Το qanat, όντας αρκετά μεγάλο και προστατευμένο μέσα στα τείχη της πόλης, ικανοποιούσε τις ανάγκες του πληθυσμού της πόλης και του πολύβουου στρατιωτικού και εμπορικού λιμανιού.  

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, το καλοκαίρι του 45 μ.Χ., ο Άγιος Βαρνάβας και ο Μάρκος ο Ευαγγελιστής πέρασαν από το Κίτιον. Στο βιβλίο «Πράξεις του Αποστόλου Βαρνάβα», που γράφτηκε από τον Άγιο Μάρκο, περιλαμβάνεται ένας λεπτομερής απολογισμός της επίσκεψής τους στη Λάρνακα. Εκεί αναφέρεται με σαφήνεια μια μοναδική ώρα παραμονής τους στο δημόσιο υδραγωγείο του Κιτίου, για να ξεκουραστούν και να δροσιστούν. Η πόλη ήταν τότε στην πιο πυκνοκατοικημένη φάση της και τα δημόσια υδραγωγεία ήταν μια αναγκαιότητα που οι Ρωμαίοι και αργότερα οι Βυζαντινοί συστηματικά χρηματοδοτούσαν και ενθάρρυναν.

Τοπικό «δαιμόνιο πνεύμα»

Αρχαιολογικά ευρήματα της ρωμαϊκής Λάρνακας δείχνουν εκτεταμένα δίκτυα πήλινων αγωγών διανομής νερού. Οι αγωγοί αυτοί διέσχιζαν μικρές κοιλάδες και λόφους, ακόμη και υψώματα, όπου φαίνεται ότι αυτό δεν θα ήταν δυνατό. Βρέθηκε τουλάχιστον μία γραμμή διανομής, η οποία μετέφερε νερό από μια πηγή ψηλά, μέσα από μια κοιλάδα και πάνω από ένα λόφο στην πόλη της Λάρνακας. 

Η υδραυλική σοφία προϋπήρχε του Pascal στη Λάρνακα;  

Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, σύμφωνα με το «Χρονικό του Λεοντίου Μαχαιρά», γραμμένο τον 14ο αι. μ.Χ., λειτουργούσαν στη Λάρνακα μύλοι σιτηρών και ο βασιλιάς Πέτρος Α ' Λουζινιάν εφοδίαζε το στρατό και στόλο του με αλεύρι από τη Λάρνακα. Μολονότι δεν έχει αποδειχθεί ακόμα, θεωρείται ότι αυτοί οι μύλοι σιτηρών λειτουργούσαν στο κύριο περσικό qanat της Λάρνακας, αφού αυτό είχε επισκευαστεί και επαναχρησιμοποιηθεί.

Η χρήση της υδραυλικής ενέργειας στην Κύπρο, των λιγοστών υδάτινων πόρων,για τη λειτουργία των μύλων σιταριού ήταν ένα πραγματικό επίτευγμα των μεσαιωνικών μηχανικών του νησιού.

Το περσικό qanat ήταν ακόμα σε χρήση κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας (1486-1570 μ.Χ.). Απόδειξη αυτού είναι ότι έγγραφα που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα στα ενετικά αρχεία περιγράφουν το έργο της αλλαγής πορείας αυτού του υδραγωγείου, έτσι ώστε αυτό να μην καταλήγει στην αλυκή. Η εκτροπή ήταν απαραίτητη, καθώς η παραγωγή αλατιού ήταν μια σημαντική πηγή εισοδήματος και επηρεαζόταν αρνητικά από το εισερχόμενο νερό, το οποίο καθυστερούσε τις διαδικασίες εξάτμισης και ξήρανσης. 

Το οθωμανικό υδραγωγείο

Κατά την Οθωμανική περίοδο (1571-1878), η Λάρνακα για άλλη μια φορά έγινε το κύριο λιμάνι και το πιο πυκνοκατοικημένο κέντρο της Κύπρου. Ένας από τους διοικητές εκείνη την εποχή ήταν Αμπού Ιμπραήμ, πιο γνωστός ως Μπεκίρ Πασά (1746-1748), ο οποίος κατασκεύασε ένα υδραγωγείο για τη Λάρνακα.Ήταν ένα σύστημα ύδρευσης 15 χιλιομέτρων, που περιλάμβανε μια υπόγεια σήραγγα μήκους 7 χιλιομέτρων και ένα υπέργειο τμήμα («καμάρες») 8 χιλιόμετρων, αντίστοιχα.

Το υπόγειο τμήμα του οθωμανικού υδραγωγείου, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα, κατασκευάστηκε σύμφωνα με την τεχνολογία του περσικού qanat. Η σήραγγα ξεκινά κάτω από την κοίτη του ποταμού Τρέμιθου. Επτά χιλιόμετρα πιο μακριά, με κατεύθυνση προς την πόλη, το νερό εξερχόταν στην επιφάνεια.  

Κατόπιν, για 8 χιλιόμετρα, το νερό μεταφερόταν μέσω ενός αψιδωτού υδραγωγείου που διέσχιζε τρεις μικρές κοιλάδες πριν φτάσει στην πόλη. Αυτές οι τρεις σειρές από «καμάρες» είναι όλες σε άριστη κατάσταση σήμερα. 

Το υδραγωγείο, κατά μήκος της 15 χλμ. διαδρομής του, κινούσε δύο μύλους σιτηρών  και τροφοδοτούσε με τρεχούμενο νερό 7 δημόσιες κρήνες της πόλης, εκ των οποίων μόνο δύο υπάρχουν σήμερα. Οι σωζόμενες κρήνες αποτελούν ένα σημαντικό ιστορικό μνημείο συλλογικής σοφίας ως προς τη διαχείριση υδάτων. Το υδραγωγείο και οι μύλοι ήταν σε πλήρη λειτουργία μέχρι τις αρχές του 1950. 

Το «έγγραφο διαχείρισης» του υδραγωγείου του Μπεκίρ Πασά ρύθμιζε τη συντήρηση και την κυριότητά του. Ρίχνοντας μια πιο προσεκτική ματιά σε αυτό το έγγραφο του 18ου αι., και λαμβάνοντας επίσης υπόψη τα προαναφερθέντα αρχαιολογικά και άλλα στοιχεία, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι το υδραγωγείο του Μπεκίρ Πασά αποτέλεσε, σε μεγάλο βαθμό, μια εκτενή ανακαίνιση και επέκταση των προϋπαρχουσών εγκαταστάσεων των υδραγωγείων της αρχαίας πόλης.